Θεμιστοκλῆς

Θεμιστοκλῆς
Фемистокл (афинский государственный деятель)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Θεμιστοκλῆς" в других словарях:

  • Θεμιστοκλῆς — Θεμιστοκλέης masc voc sg (doric aeolic) Θεμιστοκλέης masc nom sg Θεμιστοκλῆς masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεμιστοκλής — I (Αθήνα 526; π.Χ. – Μαγνησία, Μικρά Ασία 461 π.Χ.). Πολιτικός και στρατηγός. Ήταν γιος του Νεοκλή που καταγόταν από το αρχαίο αττικό γένος των Λυκομιδών. Η μητέρα του δεν ήταν Αθηναία και γι’ αυτό ο Θ. δεν φοίτησε στην παιδική του ηλικία στα… …   Dictionary of Greek

  • Θεμιστοκλής — ο κύρ. όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σοφούλης, Θεμιστοκλής — Έλληνας πολιτικός (Βαθύ, Σάμος 1860 Κηφισιά, Αθήνα 1949). Σπούδασε αρχαιολογία στην Αθήνα και στη Γερμανία και απέκτησε τον τίτλο του υφηγητή αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου της Αθήνας. Το 1900 εγκαταστάθηκε στη Σάμο, όπου εκλέχτηκε πληρεξούσιος… …   Dictionary of Greek

  • Αθανασιάδης-Νόβας, Θεμιστοκλής — (Ναύπακτος 1896 – Κέρκυρα 1961). Ποιητής και πεζογράφος. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στη Γερμανία. Χρημάτισε νομάρχης στους νομούς Κερκύρας, Ζακύνθου, Λέσβου, Χίου, Αχαΐας, Θεσσαλονίκης, Μαγνησίας και Σάμου, όπως επίσης και …   Dictionary of Greek

  • Οικονομόπουλος, Θεμιστοκλής — Αγωνιστής των κρητικών επαναστάσεων του 1866 1869. Καταγόταν από τη Σπάρτη. Τραυματίστηκε δυο φορές. Πήρε επίσης μέρος στην κρητική επανάσταση του 1878, κατά τη διάρκεια της οποίας έχασε το ένα του μάτι …   Dictionary of Greek

  • Τσάτσος, Θεμιστοκλής — (1906 – 1971). Νομικός και πολιτικός. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Αθήνας και της Χαϊδελβέργης και, όταν γύρισε στην Ελλάδα, άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα. Το 1932 διορίστηκε υφηγητής του διοικητικού δικαίου στο… …   Dictionary of Greek

  • Χαριτάκης, Θεμιστοκλής — (1888 – 1942). Μεταλλειολόγος. Σπούδασε στο Παρίσι στην Ανώτατη Σχολή Μεταλλείων, της οποίας ανακηρύχθηκε διδάκτορας και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία και στην Αγγλία. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, εργάστηκε αρχικά το 1917 στα μεταλλεία του Λαυρίου,… …   Dictionary of Greek

  • Θεμιστόκλεες — Θεμιστοκλῆς masc voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θεμιστόκλεις — Θεμιστοκλῆς masc voc sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδείμαντος — (αρχές 5ου αι. π.Χ.).Γιος του Ωκύτη, ναύαρχος του Κορινθιακού στόλου την εποχή που ο Ξέρξης θέλησε να κατακτήσει την Ελλάδα. Όταν ο Θεμιστοκλής, έχοντας λάβει από τους Ευβοείς τριάντα τάλαντα για να ναυμαχήσει με τους Πέρσες έξω από την Εύβοια,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»